ὁμιλήσει

ὁμιλήσει
ὁμίλησις
intercourse
fem nom/voc/acc dual (attic epic)
ὁμιλήσεϊ , ὁμίλησις
intercourse
fem dat sg (epic)
ὁμίλησις
intercourse
fem dat sg (attic ionic)
ὁμῑλήσει , ὁμιλέω
to be in company with
aor subj act 3rd sg (epic)
ὁμῑλήσει , ὁμιλέω
to be in company with
fut ind mid 2nd sg
ὁμῑλήσει , ὁμιλέω
to be in company with
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ομιλώ — (ΑΜ ὁμιλῶ, έω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο 2. γνωρίζω μια γλώσσα και τή χρησιμοποιώ με ευχέρεια («ὁμιλεῑν ἑβραϊστί», Ιώσ.) 3. απευθύνω τον λόγο σε κάποιον («μην ομιλείτε στον οδηγό») 4. συζητώ, συνδιαλέγομαι («καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”